Οι Ηπειρώτες στην άΠΕΙΡΟ χΩΡΑ

ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ 3

Ποιος ο λόγος επανέκδοσης παλαιότερων κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας μας θ’ αναρωτηθεί ο δύσπιστος αναγνώστης.
Η απάντηση για την γραμματεία μας (και πόσο την γνωρίζουμε) μπορεί να περιμένει μια άλλη φορά. Η πρόθεσή μας άλλωστε δεν είναι φιλολογική. Μπορεί εδώ και λίγες δεκαετίες, εξόριστοι κι αυτοεξόριστοι στην ερημιά των μεγαλουπόλεων, να παριστάνουμε τους πρωτευουσιάνους αλλά η σκούφια μας κρατάει από μακριά. Και είναι βεβαίως βολικό, ίσως, να το λησμονούμε αλλά τίμιο δεν είναι.
Αυτό το «μακριά» μας θυμίζουν τα κείμενα –παραλίγο να γράψω μνήματα αν και για μιαν ακόμη φορά, μάλλον, θα επιβεβαιωνόταν ότι γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει. Μνημόσυνο λοιπόν στους πεθαμένους ανθρώπους μας, σε αυτούς που μας ανάστησαν κι εμάς και τα κείμενα. Τα κείμενα που έρχονται με την οχληρή υπενθύμιση της αλλοτινής αρχοντιάς μας. Όχι μόνον αυτής που χάρισε στον τόπο μας αυτούς που όταν τους μνημονεύουμε τους λέμε «ευεργέτες» αλλά αυτής της πάνδημης, που μπορεί να μέτραγε τις μπουκιές της αλλά που δεν καταδέχονταν να προσφαΐσει με κλειστή την πόρτα της. Όχι για να εκθέσει την φτώχεια της αλλά μην τύχει και διαβεί, διαβάτης πεινασμένος. Οι παλιότεροι, όσων οι ψυχές δεν στέγνωσαν από την πολύ πρόοδο, τα ξέρουν αυτά. Οι νεότεροι ας τα μάθουν τώρα. Κι ας ανακτήσουν την περηφάνια που μάραναν οι χαλασμένοι μουρλοθάμαχτοι που άλλαξαν το τρύπιο τους παντελόνι με τα μεταξωτά βρακιά του εκσυγχρονισμού. Διότι, είμαστε από καλή γενιά. Κι αυτό το λέμε χωρίς να ωραιοποιούμε τίποτε. Και, κυρίως, χωρίς να παραβλέπουμε ότι οι παππούδες μας είχαν τα θάρρητά τους ακόμη και με τον Θεό, ενώ εμείς, που δεν έχουμε τον Θεό μας, στεκόμαστε κλαρίνο στους αργυραμοιβούς των εισπρακτικών που αγλαΐζουν τις μέρες και τις νύχτες των προκομμένων μας ζωών.
Τα διηγήματα της σειράς είναι, προφανώς, άνισα. Είναι που η λογοτεχνία δεν φτάνει στο ύψος της ζωής. Κοφτή η ηπειρώτικη ντοπιολαλιά αδυνατίζει με τα δασκαλίστικα φερσίματα και τα πλουμίδια που την φορτώνουν –τα γλωσσικά αλλά και τα ιδεολογικά. Ετερόκλητα τα κείμενα αλλά αυτό που τα ενώνει όμως είναι κάτι που καλό θα είναι να το ανακαλύψει μόνος του ο αναγνώστης.

 

Η σειρά έχει ήδη 5 τίτλους

1Τα Τάματα και το Για την τιμή είναι δυο ξεχασμένα διηγήματα του Χρήστου
Χρηστοβασίλη, τα οποία και δεν περιλαμβάνονται σε όσα βιβλία του κυκλοφορούν.
Το πρώτο περιγράφει με τρυφερότητα την αγωνία της μάνας για το άρρωστο παιδί της και το δεύτερο την σκληρότητα μιας κοινωνίας, στην οποία η τιμή καταλαμβάνει πρωτεύουσα θέση.

Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης, αν και λησμονημένος από τον «πνευματικό» μας νεοπλουτισμό, ήταν ένας σπουδαίος συγγραφέας.
Με τα δύο, εν πολλοίς άγνωστα, διηγήματα της παρούσας έκδοσης, επιβεβαιώνεται, όχι μόνον η αφηγηματική του ευχέρεια, αλλά και η επιμονή του σε μια θεματική που αναγνωρίζει στην μικρή πατρίδα, όσα θα της αρνηθεί η μητρυιά των Αθηνών και ο ολετήρας της νεωτερικότητας.

 

2Η εικόνα και Το σημειωματάρι του Γέροκαλαμένιου είναι δυο πεζογραφήματα, κοινό στοιχείο των οποίων είναι ο Γεροκαλαμένιος, που στο πρώτο εμφανίζεται ως συμπρωταγωνιστής και στο δεύτερο ως καταγραφέας των αξιομνημόνευτων γεγονότων της περιόδου 1821-1881.
Δεν είναι μόνο οι Έλληνες κι οι Αρβανίτες, που στο πρώτο πεζογράφημα συγκινημένοι ομολογούν ότι είναι αδέρφια που κρατιούνται «από τους παλιούς Ηπειρώτες», είναι κι ο συγκλονιστικός Ζώης ο Αζώηρος ο οποίος, αφού μεγαλοπιάστηκε στα νιάτα του, επέλεξε στα στερνά του να βγάζει το ψωμί του «με τον ίδρο του και με την τιμιότη, κι όχι με το ψέμα και με την αδικιά», ενώ στο δεύτερο, οι λιγόλογες καταγραφές του Γεροκαλαμένιου που πέθανε μαραζωμένος, αφού «δεν είδε ελεύθερη την πατρίδα του», σκιαγραφούν χαμηλότονα τις συνθήκες δουλείας των Γιαννιωτών.

Ο Κώστας Κρυστάλλης, το κυνηγημένο αρχοντόπουλο του Συρράκου, ο ποιητής που πάγωσε στην ερημιά της Αθήνας, με τα λίγα που μας κατέλειπε, μας έδωσε το μέτρο μιας τέχνης που δεν μπορεί να χωρέσει στην κομψοπρεπή υποτίμηση της «ηθογραφίας», αλλά κι ενός χρέους, το οποίο αρνήθηκε να ενεχυριαστεί στην χυδαιότητα του «εθνικού κέντρου».

 

3Το έργο του Απόστολου Εξάρχου, Η δυστυχισμένη, εκτός από συγκλονιστικό, είναι για πολλούς λόγους ένα σημαντικό έργο. Τους λόγους αυτούς αξίζει να τους ανακαλύψει μόνος του ο αναγνώστης και κοντά σε αυτούς να προσθέσει κι εκείνους του Γρηγορίου Ξενόπουλου, που πριν πολλές δεκαετίες εκτίμησε αυτό που εμείς σήμερα, με δυσκολία μάλλον, υποπτευόμαστε.
«Είμαι κατενθουσιασμένος, έγραφε τότε ο Ξενόπουλος. Να ένας συγγραφεύς άξιος του ονόματος! Σήμερα λίγοι γράφουν σαν αυτόν. Η γλώσσα του είναι γλυκιά κι αρμονική, πράγμα δύσκολο για τόσο αγνή ρωμαίικη πεζογραφία. […]. Η ηπειρώτικη γλώσσα είναι σήμερα η πιο πανελλήνιος και επομένως η πιο φιλολογική. […]. Τι τα θέλετε! Ο απόστολος που θα μας δώσει τέλειον πρότυπον ρωμαϊκής πεζογραφίας, θα είναι Ηπειρώτης…».
Για τον Απόστολο Εξάρχου, μέχρι πρότινος, δεν γνωρίζαμε τίποτε περισσότερο από το έξοχο διήγημά του Η δυστυχισμένη! Η εκφραστική του οικονομία και οι γλωσσικές επιλογές του φανερώνουν, εκτός από συγγραφική ωριμότητα, δεξιότητες που οπωσδήποτε δεν απαντώνται ούτε σε πρωτοεμφανιζόμενους ούτε σε περαστικούς από τον χώρο της (καλής) λογοτεχνίας.

 

4Η ξενιτειά στον τόπο μας –και ειδικότερα στην Ήπειρο– υπήρξε για δεκαετίες πολλές πάνδημη μοίρα κι ανεπούλωτη πληγή. Όλες οι οικογένειες είχαν κάποιον που καρτερούσαν να καλοδεχθούν. Και δεν είναι διόλου συμπτωματικό που στο διήγημα Τα Χριστούγεννα της γριάς, η βάβω με την εγγόνα της καρτερεί τον ξενιτεμένο της γυιό τα Χριστούγεννα, όπως κι η Τασιούλαινα στο δεύτερο διήγημα, το Ύστερα από εικοσιπέντε χρόνια, καρτερεί τον άντρα της τα Χριστούγεννα, την μέρα γιορτής δηλαδή, που η απουσία γίνεται αβάστακτη. Μέρα γιορτής που η Εκκλησία κι η παράδοση του κάποτε τόπου και τρόπου μας γιόρταζαν την έλευση ενός άλλου ξενιτεμένου, που έγινε, εντέλει, ο πιο δικός μας ξένος.

Τα διηγήματα των Χριστουγέννων ως είδος ξεκίνησαν με μια πολύ γόνιμη περίοδο στις μέρες του Χρήστου Χρηστοβασίλη, πριν εκφυλιστούν –μεταπολιτευτικά κυρίως– σε περιγραφή ρεβεγιόν, από τα οποία απουσιάζουν τα Χριστούγεννα και πλεονάζουν οι σαμπάνιες!

 

5Ἡ τριλογία «μικροί ἀποχαιρετισμοί», ἡ ὁποία ἀποσώνει βιβλίο, γράφτηκε στήν Ἰταλία τήν Λαμπρή του μακρινοῦ 1997. Πρωτοδημοσιεύθηκε τό 2003 σ’ ἕνα πολύ μικρό βιβλιαράκι, πού πέρασε σχεδόν ἀπαρατήρητο.
Ὁ Κωστής Παπαγιώργης, μέ μία γενναιοδωρία ἀσυνήθιστη, στόν χῶρο τοῦ βιβλίου τουλάχιστον, παρουσίασε στό Ἀθηνόραμα τό βιβλίο μου, ἐκτιμώντας ὅτι τά ἔχω τετρακόσσια κι ἑτοιμάζομαι γιά τήν μεγάλη ἀφήγηση. Ἔκανα τά πάντα γιά νά τόν διαψεύσω. Ἤ ἀκριβέστερα δέν ἔκανα τίποτα, ὥστε νά μήν τόν διαψεύσω.
Ἡ μεγάλη ἀφήγηση μποροῦσε νά περιμένει ὅσο ἐγώ –μέ ἐλάχιστη ἐπιτυχία ὁμολογῶ– τά ’βαζα μέ τίς σκοτοῦρες τοῦ βιοπορισμοῦ. Στό μεταξύ –εἶναι νά μήν σού χρωστάει ὁ Θεός, πού λένε– ἡ Ἤπειρος μέ στοίχειωνε ἐρήμην μου καί ζήταγε τό μεράδι της. Πρόσωπα πού ἤθελαν νά μιλήσουν, εἰκόνες πού ἤθελαν νά φωτιστοῦν.
Ἡ συγγραφή, ούτως ή άλλως, εἶναι μία πράξη ματαιοδοξίας. Ἐτοῦτες οἱ ἱστορίες ὅμως νομίζω ὅτι εἶναι καί μία χειρονομία χρέους.

Θ.Π.

Τα 4 πρώτα βιβλία της σειράς τιμώνται 5,00 έκαστο, ενώ το πέμπτο στοιχίζει 7,00 (συμπεριλαμβανομένου φπα).

Τα βιβλία μπορείτε να τα προμηθευτείτεαπευθείας από το βιβλιοπωλείο μας (Ακαδημίας 69 και Μαυροκορδάτου 2, Αθήνα) ή από τον βιβλιοπώλη σας μέσω του διανομέα μας, ο οποίος είναι οι Ἐκδόσεις τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου
Ζαλόγγου 9, 106 78 Ἀθήνα, Τηλ.: 210-38.00.520

 

Advertisements
This entry was posted in δελτίο τύπου. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s