Θεόδωρος Ε. Παντούλας

 

Καμιά φορά ἐπιτρέπουμε στούς ποιητές νά ποῦν καί καμιά κουβέντα παραπάνω. Καί καλά κάνουμε. Ἔτσι ἔρχεται, νομίζω, ἡ ζωή στά ἴσα της καί ὑποψιαζόμαστε τότε ὅτι ἔχουμε μπατάρει ἀπό τήν μεριά πού ὑπάρχει φασαρία ἀλλά τραγούδια δέν ἀκούγονται.
Διότι ξένος, παντάξενος κι ὁλοῦθε ξένος, δέν εἶναι μόνο αὐτός πού στενεύεται, εἶναι κυρίως αὐτός πού δέν βρίσκει ἀνθρώπους νά ποῦν ἕνα τραγούδι. Καί φοβᾶται πάντοτε ὁ ξένος μήν λησμονήσει τά λόγια τῶν τραγουδιῶν, γι’ αὐτό καί συνεχῶς τά ψιθυρίζει καί τά κάνει φυλαχτό τῆς ἐρημίας του – σπανιότερα τά κάνει καί βιβλίο ἀλλά αὐτό εἶναι ἄλλη κουβέντα. Ὅπως ἄλλη κουβέντα εἶναι ὅτι ὅσα γλυκαντικά κι ἄν καταπιεῖ ὁ ξένος θά πικρίζουν κι οἱ μέρες κι οἱ νύχτες του.
«Νά νοσταλγεῖς τόν τόπο σου ζώντας στον τόπο σου τίποτα δέν εἶναι πιό πικρό». Λένε πώς ἡ νοσταλγία εἶναι ἴδιον τῶν ἀνθρώπων πού γερνοῦν. Πιθανόν ἀλλά δέν μέ ἀφορᾶ ἡ διαπίστωση. Ὄχι ἐπειδή νεάζω ἀλλά ἐπειδή γρατζουνισμένα τά ἔχω τά γόνατα καί κανένα –δόξα τῷ Θεῷ– δέν μοῦ λείπει. Μ’ ἄλλα λόγια ὅσο κι ἄν μπαρμπερίζω τό κεφάλι μου, τ’ ὄνειρο μένει ἀκούρευτο σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις.

Λίγα ακόμη για το ολούθε ξένος εδώ